Μίκυ, Ντόναλντ, Σκρούτζ και η υπόλοιπη χαριτωμένη παρέα του Μίκυ, που όλοι γνωρίζουμε, μεγαλώνει γενιές και γενιές παιδιών με τις περιπέτειές τους, τα αστεία, τα κατορθώματά τους και τις γκάφες τους!! Είναι όμως, τόσο καλοπροαίρετοι όσο μας τους παρουσιάζουν;

Για παράδειγμα στην περίπτωση του Ντόναλντ, αναρωτιέται κανείς, είναι τόσο αθώος όσο νομίζουμε; Ή μήπως είναι ένα παιχνίδι στα χέρια των κατασκευαστών κόμικς, που έχουν το χάρισμα να καθοδηγούν με πολλή επιδεξιότητα  τις επιθυμίες αρμονίας, που είναι το κύριο χαρακτηριστικό της τρυφερής παιδικής ηλικίας;

 

Οι απόψεις διίστανται και είναι αρκετοί εκείνοι που υποστηρίζουν ότι πίσω από το ξένοιαστο ύφος της παρέας του Ντίσνεϋ, κρύβεται ένα ακόμη πρόσωπο του ιμπεριαλισμού και γενικότερα της κυρίαρχης  ιδεολογίας στον πολιτιστικό τομέα.

 

Η κοινωνική στρέβλωση που εμφανίζεται στον κόσμο του Ντίσνεϋ, λένε, όπου δεν υπάρχει ούτε εργάτης ούτε εργασία, δημιουργεί ψεύτικα πρότυπα και λάθος εντυπώσεις. Αυτή η πάπια μια ζωή ψάχνει για δουλειά και όλο παραπονιέται για τις εξαντλητικές του προσπάθειες για να αντιμετωπίσει τη ζωή, ενώ στην ουσία ζει παρασιτικά εις βάρος του πλούσιου και πανίσχυρου θείου του.

 

Από τη μια μεριά υποτίθεται ότι μαστίζεται  από ανεργία και από την άλλη, οι μόνοι λόγοι που ψάχνει για δουλειά είναι για να πληρώσει τα έξοδα των διακοπών του ή την τελευταία δόση της τηλεόρασης και όχι για τις βασικές, καθημερινές ανάγκες. Και ενώ συνήθως δεν έχει δεκάρα, τον βλέπουμε πάντα να αγοράζει κάτι. Πώς άραγε; Εξάλλου και η δουλειά που ονειρεύεται, προϋποθέτει κάποια συγκεκριμένα πλεονεκτήματα. Πρέπει να είναι εύκολη, να μην τον κουράζει πνευματικά ή σωματικά, να είναι καλή για να περνά ευχάριστα την ώρα του, με λίγα λόγια να πληρώνεται χωρίς να ιδρώνει. Μας θυμίζει άραγε κάτι αυτό από τις απαιτήσεις της σημερινής μας κοινωνίας;

 

Με απλά λόγια, οι επικριτές του υποψιάζονται  ότι ο αγαθός και συμπαθητικός Ντόναλντ, είναι ένας απατεώνας, υποκριτής, τεμπέλης και στην ουσία άπληστος τύπος, που δεν τον νοιάζει το πώς αλλά το πόσα μπορεί να εξασφαλίζει άκοπα για την καλοπέρασή του. Ένα άλλο αρνητικό σημείο που επισημαίνεται σε όλο αυτό το δημιούργημα είναι η αγονεϊκή οικογένεια, όπου υπάρχουν όλοι  οι υπόλοιποι συγγενείς, εκτός από τη μητέρα και τον πατέρα,  για τους οποίους δε γίνεται  η παραμικρή νύξη. Αυτό καταλήγει σε μια κατάσταση τουλάχιστον αφύσικη, όπου τα παιδιά έρχονται από το πουθενά, γεγονός που οδηγεί στην υποψία ότι ο Ντίσνεϋ προσπαθεί να κρύψει τις φυσιολογικές μορφές της σεξουαλικότητας, δημιουργώντας  έτσι έναν παράλογο κόσμο.

 

Για να επανέλθουμε όμως στον Ντόναλντ, πρέπει να σημειώσουμε ότι η μεγαλύτερη αδυναμία του είναι η διπλή του υπόσταση. Ενώ  είναι ενήλικας και έχει τις υποχρεώσεις του ενηλίκου, συμπεριφέρεται σαν παιδί χωρίς κρίση, σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Ο Ντόναλντ παίζει με τη ζωή και μέσα στο παιχνίδι αυτό υποδύεται τους ρόλους που τον βολεύουν και τον ευχαριστούν και όχι αυτούς που του αναλογούν. Και μέσα σ΄ όλα αυτά, έχει και την έμμονη ιδέα να δίνει διαρκώς για τον εαυτό του μια ευνοϊκή εικόνα, που τον οδηγεί τελείως φυσικά στη χρησιμοποίηση τεχνασμάτων από την αρχή κάθε επεισοδίου. Και πέρα από αυτό, η ιδανική κατά τη γνώμη του ανταμοιβή  που θα του άξιζε, είναι να του στήσουν ένα άγαλμα σε δημόσια πλατεία ή σε μουσείο, που θα του εξασφάλιζε την αιωνιότητα. Χαρίζει στους άλλους τα προβλήματά του, το ρίχνει στην τύχη όταν δυσκολεύεται, κλαψουρίζει όταν δεν τα βγάζει πέρα  ενώ στην ουσία δεν του καίγεται καρφάκι  όταν όλα πάνε στραβά.

 

Είναι αναίσθητος; Είναι απροσάρμοστος; Είναι απατεώνας όπως τον κατηγορούν οι επικριτές του ή μήπως είναι απλώς μια πάπια και ως πάπια πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε;

 

Σίγουρα πάντως είναι καθησυχαστική η σκέψη ότι εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο μεγάλωσαν διαβάζοντας αυτά τα κόμικς χωρίς να εξελιχθούν σε απροσάρμοστα και προβληματικά κοινωνικά άτομα. Βέβαια τα οποιαδήποτε πρότυπα, απ΄ όπου και αν προβάλλονται παίζουν το ρόλο τους  στη διαμόρφωση των χαρακτήρων. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό ο ρόλος της οικογένειας, καθώς με το παράδειγμά τους και την από κοινού παρακολούθηση οποιουδήποτε προγράμματος, θα αποτρέψουν το ενδεχόμενο τα παιδιά να γίνουν παθητικοί δέκτες των όσων παρακολουθούν.

 

Άλλωστε, ο εξορκισμός και η πυρά ουδέποτε ωφέλησαν τις κοινωνίες που τα  υιοθέτησαν.

 

Βιβλιογραφία:
Ματλάρ, Α., Ντορφμαν, Α. (1982) « Ο Ντόναλντ ο απατεώνας», Αθήνα , Ύψιλον.

Submit to FacebookSubmit to Twitter